κομψεύομαι

κομψεύομαι
франтить, щеголять

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "κομψεύομαι" в других словарях:

  • ενωραΐζομαι — ἐνωραΐζομαι (Α) 1. θέλω να φαίνομαι ωραίος, κομψεύομαι για χάρη κάποιου («γυναίοις ἐνωραΐζεται», Λουκιαν.) 2. υπερηφανεύομαι, καμαρώνω («τῷ ἰδίῳ κάλλει ἐνωραΐζεται», Γρηγ. Νύσσ.) …   Dictionary of Greek

  • κατακομψεύομαι — (Α) μιλώ για κάτι με επιτήδευση ή με κομπασμό. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + κομψεύομαι «μιλώ για κάτι με επιτήδευση»] …   Dictionary of Greek

  • κομψεύω — (Α κομψεύω) [κομψός] κάνω κάτι κομψό, προσδίδω κομψότητα σε κάτι νεοελλ. (συν. το μέσ.) κομψεύομαι 1. προσπαθώ να είμαι ή να φαίνομαι κομψός 2. (η μτχ. παθ. παρακμ.) κομψευόμενος, η, ο ντυμένος με επιτηδευμένη κομψότητα αρχ. 1. μιλώ με κομψότητα …   Dictionary of Greek

  • ՊԱՐԿԵՇՏԱՑՈՒՑԱՆԵՄ — (ցուցի.) NBH 2 0636 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 5c, 6c, 10c, 12c ն. Տալ պարկեշտանալ. ճնշել. պահել. *Եթէ զլեզուն ոչ պարկեշտացուցանիցէ. Մանդ. ՟Գ. կամ Եփր. պհ.: *Զմարմնական զգայութիւնսն պահօք եւ աղօթիւք պարկեշտացուցանէ.… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • κομψεύω — 1. κάνω κάτι κομψό. 2. συνηθέστερο το μέσ., κομψεύομαι προσπαθώ να είμαι ή να φαίνομαι κομψός. 3. η μετοχή του μέσου ενεστώτα, κομψευόμενος, η, ο αυτός που ντύνεται με κομψότητα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»